διαβαίνω

διαβαίνω
перехожу

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "διαβαίνω" в других словарях:

  • διαβαίνω — stride pres subj act 1st sg διαβαίνω stride pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβαίνω — διαβαίνω, διάβηκα, (να διαβώ) βλ. πίν. 92 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαβαίνω — (AM διαβαίνω) Ι. (μτθ. με αιτ.) 1. περνώ από κάποιον τόπο, διασχίζω 2. περνώ από το ένα μέρος στο άλλο 3. φρ. «διέβη τον Ρουβίκωνα» με αποφασιστικότητα επιχείρησε κάτι παράτολμο II. (αμτβ.) 1. διέρχομαι, κυλώ, περνώ 2. παρέρχομαι, περνώ, παύω να… …   Dictionary of Greek

  • διαβαίνω — διάβηκα 1. μτβ., περνώ κάτι, περνώ από έναν τόπο, πηγαίνω από το ένα μέρος στο άλλο: Διαβαίνω καθημερινά τη γέφυρα του ποταμού για να φτάσω στο σχολείο. 2. αμτβ., περνώ, κυλώ και παρέρχομαι: Οι ευτυχισμένες ώρες διαβαίνουν πολύ γρήγορα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαβαίνετε — διαβαίνω stride pres imperat act 2nd pl διαβαίνω stride pres ind act 2nd pl διαβαίνω stride imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβαίνῃ — διαβαίνω stride pres subj mp 2nd sg διαβαίνω stride pres ind mp 2nd sg διαβαίνω stride pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβήσῃ — διαβαίνω stride aor subj act 3rd sg διαβαίνω stride aor subj mid 2nd sg (epic) διαβαίνω stride fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αλαφροδιαβαίνω — διαβαίνω με ελαφρό βήμα (για πτηνά, με ελαφρό πέταγμα για τον άνεμο, με ελαφριά πνοή). [ΕΤΥΜΟΛ. < αλαφρο * + διαβαίνω] …   Dictionary of Greek

  • διαβαινόντων — διαβαίνω stride pres part act masc/neut gen pl διαβαίνω stride pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβαῖνον — διαβαίνω stride pres part act masc voc sg διαβαίνω stride pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαβαίητε — διαβαίνω stride aor opt act 2nd pl διαβαίνω stride aor subj act 2nd pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»